13/5/18

Πόσοι και πόσο ανύποπτοι πια;

(Εφημερίδα των συντακτών 12 Μαΐου 2018)


Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς, περ. 1628
Αθώα η Σώτη Τριανταφύλλου, που είχε κατηγορηθεί ότι με τον ρατσιστικό ισλαμοφοβικό λόγο της, π.χ. με τη ρήση: «φανατικός μουσουλμάνος είναι αυτός που σου κόβει το κεφάλι και μετριοπαθής αυτός που σε κρατάει για να σ’ το κόψουν», παραβιάζει τον αντιρατσιστικό νόμο.

Αλλά, όσο άτοπη κι αν μοιάζει η συναρίθμηση, αθώος τις προάλλες και ο Αμβρόσιος, που είχε κατηγορηθεί ότι με τον ρατσιστικό ομοφοβικό λόγο του, π.χ. με την προτροπή να φτύνουμε τα «εκτρώματα της φύσεως», τους ομοφυλόφιλους, παραβιάζει τον αντιρατσιστικό νόμο.

Όπως αθώος πριν από εννέα χρόνια και ο Κωνσταντίνος Πλεύρης, που είχε κατηγορηθεί ότι με τον ρατσιστικό αντισημιτικό λόγο του, π.χ. όταν γράφει πως οι Εβραίοι είναι «υπάνθρωποι» και το μόνο που καταλαβαίνουν είναι εκτελεστικό απόσπασμα, πως «η Λευκή Φυλή δεν θέλει σημίτες στην Ευρώπη» κ.ά., παραβιάζει τον αντιρατσιστικό νόμο.

Μοιάζει όντως άτοπη η συναρίθμηση, όμως αυτό που προβλήθηκε σαν υπέρτατο διακύβευμα σ’ όλες τις περιπτώσεις, από διαφορετική βεβαίως πλευρά, και ιδιαίτατα στης Σώτης Τριανταφύλλου (Σ.Τρ.), είναι η ελευθερία της έκφρασης. Εδώ εξάλλου είναι, μαζί ακριβώς με τις ομοιότητες, και μία από τις διαφορές: τα Νέα λόγου χάρη χαιρέτισαν στην πρώτη σελίδα τους την αθώωση της Σ.Τρ. σαν νίκη της ελευθερίας της έκφρασης –ενώ προφανώς ήταν κατά της αθώωσης του Αμβρόσιου, και πολύ περισσότερο του Πλεύρη.

Και μία χαρακτηριστική σύμπτωση: ο ένας από τους δύο συνηγόρους της Σώτης Τριανταφύλλου (Αθανάσιος Αναγνωστόπουλος), όταν σε κάποιο διαδικτυακό φόρουμ είχε ανακοινωθεί απλώς, σαν αυτονόητα εξωφρενική, η αθώωση του Πλεύρη, σχολίασε, μάλλον προκλητικά: «Μια σημαντική ημέρα για την ελευθερία του λόγου στην χώρα μας»!

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η ελευθερία του λόγου (προσπαθώ με κόπο να μην πω: καθαυτή) είναι το υπέρτατο διακύβευμα, η ελευθερία να εκφράζει κανείς τις απόψεις του, «όσο αποκρουστικές κι αν είναι», όπως διαβάζω κατά κόρον, και με ανατριχίλα, ομολογώ. Γιατί άλλο τόσο υπέρτατο είναι να μη μας καταπιεί ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, ο νεοναζισμός, ο νεοφασισμός, όλα αυτά που διαχέονται στην κοινωνία, που υπηρετούνται, που υποστηρίζονται, που παγιώνονται και κάποτε επικρατούν μέσα και από την ελεύθερη έκφραση.

Να πολεμήσουμε λοιπόν μ’ όλες μας τις δυνάμεις την παρεμπόδιση της ελεύθερης έκφρασης, επισημαίνοντας ωστόσο κάθε φορά και πολεμώντας, πάλι μ’ όλες μας τις δυνάμεις, τις «αποκρουστικές απόψεις»: ούτε λόγος, όλοι συμφωνούμε, του Πλεύρη· ούτε λόγος, σχεδόν όλοι συμφωνούμε, του Αμβρόσιου· ελάχιστοι όμως φαίνεται πως συμφωνούμε ως προς τις απόψεις της Σώτης Τριανταφύλλου –που σχεδόν δεν συζητήθηκαν καν.

Για την οικονομία της συζήτησης, ας δεχτούμε πως ο αντιρατσιστικός νόμος, όπως επισήμαναν και πολλοί έγκυροι διανοούμενοι, είναι λάθος· ας δεχτούμε και πως η δίωξη της Σ.Τρ. είναι λάθος. Οι απόψεις της όμως; Το δεχόμαστε πως πάντως είναι ρατσιστικές, «αποκρουστικές» λοιπόν, ή όχι;

Εδώ πρέπει να απεγκλωβιστούμε από την παρανόηση που δημιουργήθηκε (ή καλλιεργήθηκε;) γύρω από την παραπομπή της Σ.Τρ. σε δίκη: όπως καυτηρίασαν πολλοί, άλλοτε απλώς χλευαστικά, άλλοτε έμπλεοι ιερής αγανάκτησης, η Σ.Τρ. κατηγορήθηκε μόνο και μόνο επειδή απέδωσε εσφαλμένα, ψευδώς, στον Μάρκο Πόλο την άποψη που παρέθεσα στην αρχή, πως «φανατικός μουσουλμάνος είναι αυτός που σου κόβει το κεφάλι και μετριοπαθής αυτός που σε κρατάει για να σ’ το κόψουν».

Όμως, το θέμα δεν είναι αν ανήκει στον Μάρκο Πόλο η άποψη αυτή ή όχι, αν είπε τάχα ψέματα και παραπλάνησε το κοινό η Σ.Τρ.· το θέμα είναι πως η άποψη αυτή, όποιου κι αν είναι, είναι αναντίλεκτα ρατσιστική· το θέμα λοιπόν είναι πως η Σ.Τρ. προσυπογράφει και διασαλπίζει μια ρατσιστική άποψη.

Άλλωστε δεν της χρειαζόταν η αυθεντία του όποιου Μάρκο Πόλο. Πάντα διατυμπάνιζε πως «το ισλάμ είναι ενδογενώς πολεμοχαρές», «ιδεολογία εκβαρβαρισμού»· πως «όσα υφιστάμεθα από τους ισλαμιστές (όχι μόνον την τρομοκρατία αλλά την καθημερινή πίεση, τη συμπεριφορά μίσους) δεν οφείλονται στις “επεμβάσεις” της Δύσης στις χώρες της Ανατολής, αλλά στην πολεμοχαρή και φθονερή φύση του ισλάμ»· μιλάει για τον «μουσουλμανικό πληθυσμό [της Γαλλίας] που τρώει και πίνει με κρατικές παροχές», για οργανωμένο σχέδιο εξισλαμισμού της Δύσης από τα κύματα μεταναστών και όλα τα συναφή.

Τα οποία συναφή όμως αποτελούν στερεότυπα που φύονται πλέον και στον ευρύτερα προοδευτικό χώρο. Και κυκλοφορούν με τα ιδεολογικά δεκανίκια τους, απ’ τη μια την καταγγελία της «εγκληματικής» πολυπολιτισμικότητας («χονδροειδές σφάλμα», που «κατακερματίζει και υπονομεύει την κοινωνία», κατά Σ.Τρ.), απ’ την άλλη το ανάθεμα στην πολιτική ορθότητα:

«ένα κέλυφος» όμως, έγραψε τις προάλλες εδώ ο ιστορικός Αντώνης Λιάκος, «μέσα στο οποίο φωλιάζουν κάθε είδους διακρίσεις, τοξικές αντιλήψεις και συμπεριφορές. Αυτός ο σαρκασμός του πολιτικά ορθού, διάχυτος σε ολόκληρο το πολιτικό σώμα, φιλοξενεί έναν σικ ρατσισμό» («Πολιτική ορθότητα και ρατσισμός», 30/4).

Δεν είναι διόλου απλά δηλαδή τα πράγματα, εξού και οι πολλές και σκόπιμες συγχύσεις.

Ας μείνουμε τότε στα ελάχιστα στα οποία συμφωνούμε, στον πιο χοντροκομμένο, επιμένω, ρατσισμό. Ή πάλι ούτε;

buzz it!

6/5/18

«Η αναπηρία της μη ντροπής» - «Βόταν, σύζυγε, τάλα!» - Ο ΣΥΡΙΖΑ Κίρκη, ξανά μανά

(Εφημερίδα των συντακτών 5 Μαΐου 2018)

 
ο Οδυσσέας επιτίθεται στην Κίρκη, ερυθρόμορφος κρατήρας, περ. 450-400 π.Χ.

«Η αναπηρία της μη ντροπής»


Κάποια πράγματα δεν είναι για πολλά πολλά, έτσι τουλάχιστον θες να πιστεύεις, καθώς, πάλι θες να πιστεύεις, είναι τόσο κραυγαλέα, που αυτοσχολιάζονται. Παραταύτα δεν είναι και να τ’ αφήσεις να περάσουν απαρατήρητα…

Ένα τέτοιο κείμενο δεν χρειάζεται καν να το διαβάσεις, δεν πρέπει να το διαβάσεις· αρκεί ο τίτλος: «Ο Π.Κ. και η αναπηρία της μη ντροπής». Όποιο και να ’ταν το θέμα, όσα και όσο δίκαια κι αν καταμαρτυρούσε στον Παναγιώτη Κουρουμπλή, ένα μόνο θα ρωτούσα τη συντάκτρια (Ρέα Βιτάλη, Protagon.gr, 26.2.18): για ποιον τάχα άλλο ιδεολογικά αντίπαλό της, από ποιον επιτέλους χώρο (προφανώς όχι την ακροδεξιά, αφού λ.χ. είναι ένθερμη θαυμάστρια του Άδωνη), θα χρησιμοποιούσε τον όρο «αναπηρία» στο κατηγορώ της; Θα έγραφε λ.χ. για την «αναπηρία της μη ντροπής» του Κασιδιάρη ή του Λαγού;

Αλλά όντως «μη ντροπή», αναισχυντία δηλαδή. Γιατί η λέξη «ρατσισμός» θα της πέφτει, φαντάζομαι, δύσκολη.


«Βόταν, σύζυγε, τάλα!»

«Βόταν, σύζυγε, τάλα!» η κωμική προσφώνηση στον Βόταν, υπότιτλος στον βαγκνερικό Χρυσό του Ρήνου, στο αχαρακτήριστο Κανάλι της Βουλής. Κι άλλο ένα μεγαλούργημα, πριν καταφύγω στο τηλεκοντρόλ: «Τι είναι αυτές οι φωνές που μας μαστίζουν;»

Έχω ξαναγράψει για το Κανάλι της Βουλής και την ανευθυνότητα αλλά και ασχετοσύνη με την οποία το διαχειρίζονται, όποιοι το διαχειρίζονται –π.χ. για τα κραυγαλέα λάθη στα ονόματα, τις απειροελάχιστες φορές που θα καταδεχτούν να δώσουν μισό όνομα, είτε του έργου είτε των συντελεστών του. Δεν έχει νόημα να γράψω τίποτα περισσότερο, δεν αποδελτιώνω καν, απλώς, αν μου μείνει κανένα ευτράπελο, λέω να μην το κρατάω για τον εαυτό μου, στους δύσθυμους καιρούς μας.

Από κοντά και το Τρίτο Πρόγραμμα. Λες, τι διάολο, ποτέ τους δεν ξανάκουσαν την Όπερα της πεντάρας του Μπρεχτ και του Κουρτ Βάιλ, και βλέπουν τώρα το σιντί και μεταφράζουν κατά λέξη: «Τρεις δεκάρες όπερα» (Die Dreigroschenoper, ή ίσως απ’ το αγγλικό The Threepenny Opera;), χωρίς κανένα νόημα έτσι κι αλλιώς στα ελληνικά;

Τι δουλειά κάνουν, αν όχι το ελάχιστο, να ξέρουν να διαβάζουν τίτλους και ονόματα, την εποχή μάλιστα του σωτήριου Γκουγκλ; Κι άκουσα έτσι πρόσφατα να αποφωνεί ο παραγωγός (Ν. Ξυλουργός, 2.4.18) ένα μέρος από τη Μίσα Σολέμνις του Μπετόβεν, με σολίστ, είπε, την Ελίζαμπεθ Σβάρτσκοπφ, τον «Νικόλα Τσακαρία» κ.ά.; Καλά, δεν τον ήξερε ο νεαρός, υποθέτω, τον διεθνούς φήμης συμπατριώτη μας, τον βαθύφωνο Νίκο Ζαχαρίου, που σταδιοδρόμησε με το (ημι)ψευδώνυμο Nicola Zaccaria· δεν τον υποψίασε καθόλου το όνομα;

Μακάριοι οι ανυποψίαστοι.


Ο ΣΥΡΙΖΑ Κίρκη, ξανά μανά

Και πάλι τι να πρωτοσημειώσεις –δεν λέω προς τι. Και τη φορά αυτή αναφέρομαι στην πολυμελή χορωδία που συγκροτείται εκ των πραγμάτων, σίγουρα ερήμην των διαφορετικής προέλευσης και παιδείας σολίστ, που το Έργο τώρα τους ενώνει. Και τα πράγματα είναι σοβαρά: η λαίλαπα του ΣΥΡΙΖΑ που σαρώνει τη χώρα. Και το Έργο σοβαρότερο: η αντίσταση στη λαίλαπα.

Και μπροστά στο Έργο, στα κομμάτια κι ο πολιτικός λόγος –εδώ είναι που ξαναμιλούσα για τον ΣΥΡΙΖΑ Κίρκη που μεταμορφώνει τους ανθρώπους. Οι οποίοι, από διαφορετικούς πλανήτες συχνά, μιλούν πια μία κοινή γλώσσα, ξέρουν μία τακτική, το ξεκατίνιασμα.

«Κυρά Τασία» ο Στέφανος Χίος; «Κυρά Τασία» π.χ. και ο Β. Αγγελικόπουλος! «Τασούλα» ο άλλος, «γιαγιάκα Τασία» ο παράλλος (ποτέ με το επίθετο, εννοείται, διόλου τυχαία).

Για «το ζεύγος Τασία-Δρίτσας» ξαναδιάβαζα, όπου «κάνουμε χάζι τα παλαιοημερολογίτικα νιαουρίσματα του μεν [...] και διασκεδάζουμε με τη Δεσποινοστυλιανοπουλική αναίδεια της “πλύντριας-προέδρου” Τασίας». (Το «πλύντρια», θα σας πει ο συντάκτης, αναφέρεται στο ξέπλυμα του Καμμένου· κι ας θυμίζει, όλως συμπτωματικά, την «πλύστρα»!)

Κι ένα παλιότερο, τέσσερις σε ένα, με τέταρτη τη Σία Αναγνωστοπούλου και κυρίως το μαλλί της: «Ίδρωσε το αφτί παντός τσιπροειδούς υπουργού Παιδείας –μπαλταδοφιληγαβρόγληδων και Σίας κι αράξαμε –που το δικό της αφτί είναι και υποκάτω ουχί ευδιατρήτου αφάνας».

Δεν έτυχε να δω· τον Άδωνη π.χ. πώς τον χαρακτηρίζουν, ή τον Βορίδη; Αλλά δεν θα ’ναι ο Άδωνης ή ο Βορίδης πιο επικίνδυνοι από τον ΣΥΡΙΖΑ· τον Μιχαλολιάκο μήπως; τον Παππά; τον Λαγό; Αλλά δεν θα ’ναι κι η Χρυσή Αυγή πιο επικίνδυνη από τον ΣΥΡΙΖΑ!

Ουχί ευδιακρίτου ήθους, θα έλεγα.

buzz it!

28/4/18

Αντισημιτισμός και αντικομμουνισμός

(Εφημερίδα των συντακτών 28 Απρ. 2018)



Ισραηλινοί παρακολουθούν στρατιωτικές επιχειρήσεις της χώρας τους εναντίον αμάχων Παλαιστινίων στη Γάζα


Από τα πλέον περίπλοκα και ακανθώδη ζητήματα που από τα μέσα του περασμένου αιώνα κατέχει –απολύτως εύλογα, αν όχι υποχρεωτικά– κεντρική θέση στην πολιτικοϊδεολογική στάση της αριστεράς, της ευρύτερης θα πω τώρα αριστεράς, αλλά και του ευρύτερου δημοκρατικού χώρου, πάντως εντεύθεν της δεξιάς και, προφανέστατα, της ακροδεξιάς, είναι η διάκριση, τα όρια, ανάμεσα στην κριτική απέναντι στην πολιτική του κράτους του Ισραήλ, στο ίδιο το κράτος του Ισραήλ, και τον αντισημιτισμό.

Εκτός από σποραδικές αναφορές, έχω αφιερώσει σειρά τριών ολοσέλιδων άρθρων[1] στο «μιλιταριστικό, εθνικιστικό, ρατσιστικό» κράτος του Ισραήλ, σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό  του κορυφαίου Ισραηλινού συγγραφέα Νταβίντ Γκρόσμαν, χωρίς να θεωρηθώ, όσο έπεσε στην αντίληψή μου, αντισημίτης, ενώ απ’ την άλλη έχω γράψει π.χ. για τις αντιεβραϊκές θέσεις που εξέφρασε κάποτε ο Μίκης Θεοδωράκης·[2] παραταύτα, επιμένω πως δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτα τα όρια, δεν είναι ιδίως από την πλευρά του Ισραήλ, εξού και πάντα, όταν προφέρει κανείς και μόνο το όνομά του, έχω την αίσθηση ότι οφείλει να σηκώνει ψηλά τα χέρια, πως είναι άοπλος, και έπειτα να επιδεικνύει την ταυτότητά του, κι ακόμα καλύτερα τις όποιες περγαμηνές του, αν διαθέτει, όπως έκανα εγώ τώρα –ψυχαναγκαστικά, ομολογώ, για να μην πω καταναγκαστικά.

Με αυτό το έξωθεν, θα έλεγα, επιβεβλημένο διαβατήριο θέλω να διατυπώσω κάποιες σκέψεις που μόνο πλαγίως σχετίζονται, πάντα κατά την άποψή μου, με το συγκεκριμένο πρόβλημα, τον αντισημιτισμό. Αφορμή, η συζήτηση που έγινε εδώ τελευταία γύρω από δύο σκίτσα του Μιχάλη Κουντούρη, και στην οποία δεν προτίθεμαι να πάρω μέρος άμεσα· θέλω όμως να καταγράψω κάποιες σκέψεις που πηγαινοέρχονται από καιρό στο μυαλό μου σε ανάλογες περιστάσεις:

Η ανανεωτική αριστερά, αν περιοριστούμε στα δικά μας, που γεννιέται επισήμως το 1968, με τη διάσπαση του ΚΚΕ και, αμέσως έπειτα, με τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, στη μακρά και επίπονη πορεία για τη διαμόρφωση του ιδεολογικού προσώπου της, πολεμήθηκε λυσσαλέα· κυρίως κατασυκοφαντήθηκε ότι, με την καταγγελία των εγκλημάτων του σταλινισμού, και γενικότερα του υπαρκτού σοσιαλισμού, όπως τον είπαμε αργότερα, ρίχνει νερό στον μύλο της αντίδρασης, δίνει επιχειρήματα στις δυνάμεις της αντίδρασης, ή και συντάσσεται με τις δυνάμεις της αντίδρασης, ενισχύει τον αντικομμουνισμό, διολισθαίνει προς τον αντικομμουνισμό, ταυτίζεται με τον αντικομμουνισμό, είναι η ίδια εντέλει αντικομμουνισμός, νέτα σκέτα.

Δεν είναι πάντα τόσο ευθύγραμμη η κριτική, ούτε απολύτως ομοιόμορφη, έχει δηλαδή τις αποχρώσεις της, η ουσία όμως, σε πρόχειρη έστω ανάγνωση, η σούμα, με άλλα λόγια, είναι αυτή.

Κι όμως, δεν έπαψε την αναζήτηση η ανανεωτική αριστερά, δεν μετρίασε την κριτική της, δεν περιορίστηκε καν στην καταγγελία των εγκλημάτων του υπαρκτού, αλλά συνέβαλε και στην αποκάλυψή τους –κι ας έδινε όντως τροφή, επιχειρήματα στην αντίδραση.

Μόνο έτσι όμως ήταν νοητό, αλλά και δυνατό, να διαμορφώσει την ταυτότητά της, και παράλληλα να την υπερασπίσει απέναντι όχι μόνο στην καθαυτό αντίδραση αλλά, ακόμα πιο δύσκολο, σ’ όσους τη συναριθμούσαν με την αντίδραση. Μόνο έτσι μπορούσε να υπάρξει, μόνο έτσι είχε νόημα εντέλει να υπάρξει. Κυρίως: αυτή ήταν η ηθική της.

Δεν είναι ίδια τα φαινόμενα, εννοείται· παρουσιάζουν όμως σοβαρές, κατά την άποψή μου, αναλογίες, που θα μπορούσαν ίσως να βοηθήσουν σε μελλοντική συζήτηση, μια και το ακανθώδες, όπως είπα, θέμα δεν επανέρχεται απλώς, είναι εύλογα μονίμως και σταθερά παρόν.

Εν πάση περιπτώσει, προτού επιχειρήσω να βάλω σε τάξη αυτές τις σκέψεις, χρειάζεται να σημειώσω και πάλι πως αφορμή μόνο είχαν τη συγκεκριμένη συζήτηση, το πνεύμα της γενικότερα, το οποίο ανακαλεί παρόμοιες συζητήσεις, και όχι τα επιμέρους κείμενα, ακόμα και της πρέσβειρας του Ισραήλ, με εξαίρεση ίσως μια επιστολή του Ζαν Κοέν, που κουνάει το δάχτυλο στον Μιχάλη Κουντούρη σαν  σε δεκάχρονο παιδάκι, που πατάει για την ακρίβεια τη σκανδάλη απέναντι σ’ ένα παιδί με μια πέτρα στο χέρι –για να μείνουμε στην εικόνα που μόνιμα εικονογραφεί την κρατούσα σχέση και στάση, προκαλώντας και τις ανάλογες αντιπαραθέσεις.

Όσο για την αναλογία που πρότεινα, εννοώ ότι, όπως κάθε κριτική στον σταλινισμό και τον υπαρκτό σοσιαλισμό θεωρείται πως δίνει όπλα στον αντικομμουνισμό, ή και είναι αντικομμουνισμός, έτσι βλέπουμε συχνά, αν όχι κατά κανόνα, να θεωρείται ότι κάθε κριτική στο Ισραήλ δίνει όπλα στον αντισημιτισμό, ή και είναι αντισημιτισμός. Η αλήθεια είναι προφανής, πως και στις δύο περιπτώσεις όντως δίνονται, εξ αντικειμένου, όπλα στον αντικομμουνισμό και στον αντισημιτισμό, χωρίς αυτό ούτε να οδηγεί ούτε να είναι αντικομμουνισμός και αντισημιτισμός.

Άλλη αλήθεια είναι ότι, ακόμα κι αν κάποτε κάποιος στόχος είναι κοινός, όταν λόγου χάρη αριστεροί έως ακροδεξιοί βρεθήκαμε στη μεγάλη διαδήλωση ενάντια στον πόλεμο στο Ιράκ, είναι καταρχήν σφάλμα να παραγνωρίζονται οι διαμετρικά αντίθετες καταβολές, πηγές, διαδρομές του καθενός.

Όχι μόνο στο παρελθόν, σαν τάχα ελαφρυντικό, αλλά στο ίδιο το παρόν του.


[1] «Αντικειμενικότητα, ίσως· ουδετερότητα, αδύνατον!», Τα Νέα 19.8.06· «Ιστορία ή μυθιστορήματα με λήσταρχους;», Τα Νέα 2.9.06· «Μιλιταριστικό, εθνικιστικό, ρατσιστικό», Τα Νέα 14.10.06· τώρα, Στοιχήματα, Δ΄: Πολιτική και ιδεολογία, Γαβριηλίδης, 2014, σ. 94 κ.ε., 103 κ.ε., 112 κ.ε., αντίστοιχα.

[2] «Αυτός ο Μίκης είναι δικός τους ή δικός μας;», Στοιχήματα, Δ΄, όπ. παρ., σ. 121 σημ.1.

buzz it!

21/4/18

Η μοναξιά την Ανάσταση, ή Τα έξι δυναμιτάκια

(Εφημερίδα των συντακτών 21 Απρ. 2018)


Γράφω, ξέροντας πως η εικόνα που θέλω να μεταφέρω δεν είναι για επιφυλλίδα, δεν μπορεί η επιφυλλίδα να μεταδώσει τη δύναμη που κρύβει η εικόνα –μάλλον σκηνή. Θέλει εικόνα δηλαδή η συγκεκριμένη εικόνα, μια ταινία μικρού μήκους λόγου χάρη, θέλει ένα ποίημα, διήγημα, μουσική.

Πιάνω και γράφω λοιπόν «Ανοιχτή πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος», κατά την άκαμπτη γραφειοκρατική διατύπωση, με την ελπίδα να βρεθεί κάποιος τεχνίτης να μνημειώσει τη σκηνή, απλή σε πρώτη όψη, συγκλονιστική πάντως για μένα, που τη φυλάω πώς και πώς από το βράδυ της ανάστασης.

Ήρθε η ώρα της λοιπόν, καθώς δεν ήθελα να τη μολύνω με τα άλλα πασχαλιάτικα της προηγούμενης επιφυλλίδας, όλα σε σχέση με αγυρτείες και καρναβαλισμούς, ιδίως της εκκλησίας, π.χ. το «άγιο φως», οπότε, αυτομάτως, και της πολιτείας.

Η σκηνή μου τώρα, όσο πιο λεπτομερώς μπορώ, κι ας κινδυνεύει έτσι να φανεί ανιαρή:

Βράδυ της ανάστασης, μπροστά στην τηλεόραση, ζάπιν ανάμεσα στην ανούσια ψαλτικά ακολουθία της Μητρόπολης και την πολύ ξεθωριασμένη πλέον, πάντα ψαλτικά, του Πατριαρχείου. Από μακριά, όλο και κάποια δυναμιτάκια ακούγονται, που πυκνώνουν όσο πλησιάζει η ώρα. Λίγα λεπτά πριν απ’ τις δώδεκα, βγαίνω στη βεράντα, οι εκκλησίες από μακριά αρχίζουν ν’ ανασταίνουν, καμπάνες, βεγγαλικά, καράβια που σφυρίζουν.

Ξαφνικά, ένα δυναμιτάκι σκάει κι εδώ, κάπου μπροστά, κι έπειτα τίποτα. Η μικρή εκκλησία, ούτε 30 μέτρα αριστερά μου, αργεί ακόμα, ο λιγοστός κόσμος περιμένει με τις λαμπάδες του, σ’ όλη όμως τη γύρω περιοχή και στον μεγάλο δρόμο, απόλυτη ερημιά. Τότε προσέχω, στο απέναντι, φαρδύ πεζοδρόμιο, έναν ψηλόλιγνο νεαρό. Στέκεται ακίνητος, πλάτη σ’ εμένα, τζιν μπουφάν, πλούσια σπαστά μαλλιά, στα 16 με 20, το πολύ, μου φάνηκε, κι ας μην τον είδα τελικά ποτέ από μπροστά. Μάλλον αυτός θα έριξε το δυναμιτάκι, σκέφτηκα, και τώρα περιμένει το Χριστός ανέστη.

Πανδαιμόνιο πια από παντού, σχεδόν νεκρική σιγή εδώ· μόνο, απ’ τα μεγάφωνα, η φωνή του αργοπορημένου παπά, που διαβάζει ακόμα το ευαγγέλιο. Ο νεαρός πάντα ακίνητος στη θέση του, κάποια στιγμή αρχίζουν κι οι δικές μας καμπάνες, και ο νεαρός πετάει το πρώτο δυναμιτάκι, το πρώτο που βλέπω με τα μάτια μου, με μια κίνηση τελείως χαλαρή, ίσα ένα μέτρο μπροστά του. Οι καμπάνες συνεχίζουν πανηγυρικά, ο νεαρός, πάντα στην ίδια στάση και πάντα με την ίδια χαλαρή κίνηση, πετάει ένα δεύτερο δυναμιτάκι. Πάντα οι καμπάνες και πάντα ο νεαρός, ούτε άλλο δυναμιτάκι από κάποιον άλλο ούτε βεγγαλικό, πάντα στο βουβό τοπίο ανάμεσα στον νεαρό και την εκκλησία, τοπίο που τώρα στίζεται απλώς με τους πιστούς που φεύγουν βιαστικά με την αναμμένη λαμπάδα τους. Τρίτο δυναμιτάκι, τέταρτο, δεν θυμάμαι πια αν και πέμπτο, πες όμως ότι ήτανε και πέμπτο –σύνολο έξι τότε, μαζί με το πρώιμο, το πριν απ’ το Χριστός ανέστη.

Κι ο νεαρός βάζει τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν, και ήσυχα ήσυχα κινάει και φεύγει προς τα αριστερά, στον πάντα έρημο μεγάλο δρόμο.

Κάθομαι και σκέφτομαι: ένας νεαρός, μάλλον έφηβος, θέλησε να κάνει ανάσταση, όπως λέμε, με τον τρόπο του οπωσδήποτε, ή όπως έκανε άλλες χρονιές, αλλά με την παρέα του, θέλησε λοιπόν να κάνει ανάσταση, ή πιο απλά: να ρίξει τα δυναμιτάκια του· και σηκώθηκε και πήγε μόνος του, γιατί οι φίλοι, γείτονες, συμμαθητές είχαν φέτος φύγει με την οικογένειά τους, πήγε έτσι σε μια εκκλησία, κοντινή προφανώς, στάθηκε από μακριά, μόνος, περίμενε, έριξε τα δυναμιτάκια του, πέντε ή έξι, δεν θα είχε για πιο πολλά, και έφυγε. Δεν ήταν καν οι δικοί του στην εκκλησία, οπότε λες ότι πήγε αυτός παράμερα για τα δυναμιτάκια του, κι έπειτα έφυγαν μαζί· όχι, έφυγε μόνος, με τα πόδια, που σημαίνει και πως δεν είχε λ.χ. μηχανάκι, που θα το ’παιρνε, όσο κοντά κι αν έμενε, νά τα διάφορα που μου φτιάχνουν τελικά την εικόνα του 16άρη, για να μην πω και μικρότερου ακόμα· μόνος λέω έφυγε, να πάει σε άδειο άραγε σπίτι; γιατί είχαν ίσως φύγει και οι δικοί του στο χωριό και είχε μείνει, άγνωστο γιατί, αυτός μόνος; ή γιατί περίμεναν στο σπίτι, γέροι κι ανήμποροι, και γι’ αυτό δεν είχαν πάει στην εκκλησία;

Θα μπορούσε να συνεχίσει κανείς μ’ ένα σωρό υποθέσεις κι εκδοχές. Και μακάρι, ξαναλέω, να βρεθεί αυτός που θα μεταπλάσει τη σκηνή, με την όποια δική του εκδοχή.

Η εικόνα όμως είναι μία: ένα νέο παιδί που πάει μόνο του «να κάνει ανάσταση», να ακολουθήσει ένα έθιμο, να ρίξει τα δυναμιτάκια του, μόνο του, και ξαναφεύγει έπειτα μόνο του· και τη βρίσκω, ξαναλέω, συγκλονιστική την εικόνα αυτή στην ουσία της, εξαγνιστική στην ατόφια συγκίνησή της.

Του χρόνου πια: το έφτιαξα κάπως σαν ραντεβού στο μυαλό μου: εγώ θα είμαι εδώ· αυτό, ελπίζω όχι.

buzz it!

15/4/18

Πασχαλιάτικες δόξες

(Εφημερίδα των συντακτών 14 Απρ. 2018)

 

Τρίπολη, επιτάφιος Αγ. Βασιλείου2018, "Ο Πανάγιος Τάφος", με 700.000 πέρλες


1. Η δόξα της κομμωτικής. Πρωτοπόρος, τι τα θέλετε, «έχω εντολή Θεού» έλεγε εξάλλου, «να πηγαίνω μπροστά κι εσείς ν’ ακολουθείτε», και εκσυγχρονιστής μαζί, κι ας βροντοφώναζε πυριφλεγής: «Όπισθεν ολοταχώς!», ο Χριστόδουλος αυτά, μην τον ξεχνάμε, που είχε φέρει τη Μ. Παρασκευή στη Μητρόπολη τραγουδίστρια της όπερας, να ψάλει σόλο το «Ω γλυκύ μου έαρ» στα εγκώμια, και πιο παλιά ακόμα, σε άλλη εκκλησία, είχε βάλει ηθοποιό να απαγγείλει το Τροπάριο της Κασσιανής, στην έμμετρη απόδοση του Παλαμά. Τον Κώστα Πρέκα. 

Από κοντά τώρα ο δημοτικός άρχοντας του Άργους, που τον Νοέμβρη μας δίδαξε την Αλήθεια για το «ψέμα» των νεκρών του Πολυτεχνείου και τώρα σαλπίζει από πόλη σε πόλη την έναρξη του Νέου Μακεδονικού, αυτός ο δήμαρχος λοιπόν τα τελευταία χρόνια διοργανώνει στη συνάντηση των επιταφίων συναυλία, φέτος «Βραδιά βαθιάς κατάνυξης και προσμονής για την Ανάσταση», με τον μαϊντανό των θρησκευτικών εορτών Πέτρο Γαϊτάνο, και με προϋπολογισμό 20.000 ευρώ. (Λεπτομέρεια που πονάει: στη συναυλία είχαν βάλει και το άκρο αντίθετο του Γαϊτάνου, τον σεμνό Δημήτρη Μπάση, τον καλύτερο ίσως λαϊκό τραγουδιστή απ’ τις νεότερες γενιές, και τον είχαν βάλει δεύτερο όνομα κάτω από την ιλαρή καρικατούρα!) 

Αλλά, βλέπεις, ομοαίματος αδερφός, ιδεολογικά, του δημάρχου ο Γαϊτάνος, ο μόνος από τους εκατοντάδες ψάλτες και τις δεκάδες χορωδίες που τα σιντί του μας μοιράζει τακτικά ο Χατζηνικολάου, ο μόνος από τους εκατοντάδες ψάλτες και τις δεκάδες χορωδίες που βρήκε το κανάλι της Βουλής, να βάλει το «Χριστός ανέστη» του για πασχαλινό του σήμα: κι αυτό πια, αν όλα τ’ άλλα είναι για γέλια, αυτό είναι ολίγον σκάνδαλο –πέρα από το προφανές, των 20.000 αργίτικων ευρώ.

2. Η δόξα της πέρλας. Αλλιώς, αν όλα περιορίζονταν στο εκκλησιαστικό πεδίο, και μάλιστα της θρησκοληψίας, ακόμα και της θεομπαιξίας, όπως λ.χ. με το «άγιο φως», ας καραγκιοζεύονται κι ας αυτογελοιοποιούνται όσο θέλουν. Στην Τρίπολη αίφνης, και μάλιστα στη μητρόπολη, κάποιο νοσηρό μυαλό, κατά την άποψή μου και με τα χίλια συμπάθια, εδώ και λίγα χρόνια σκέφτηκε και έπεισε και τους άλλους να ξεφύγουν από την «κοινοτοπία» των λουλουδιών, και να φτιάξουν έναν πλαστικό επιτάφιο, με τι, με πέρλες. Με πέρλες γυάλινες και πλαστικές, ευτελούς αξίας, τονίζουν, για να μη σκανδαλιστούμε, όμως το σκάνδαλο εδώ είναι η βαρβαρότητα του πλαστικού και η απογείωση του κιτς, με πέρλες λοιπόν φτιάχνουν «θεματικούς επιταφίους», διαλέγουν δηλαδή ένα θέμα, τους αγγέλους, τις μυροφόρες, τον πελεκάνο που τρέφει τα παιδιά του με το αίμα του, φέτος τον πανάγιο τάφο, και φτιάχνουν περίτεχνα βαναυσουργήματα και φιγούρες ντιπ κωμικές. Και καταφτάνουν, λέει, πούλμαν απ’ όλη την Ελλάδα, να θαυμάσουν τον επιτάφιο με τις 200.000 πέρλες, άλλη φορά με 550.000 πέρλες, τις μυροφόρες με πέρλες, τον φετινό με τις 700.000 πέρλες. Όμως πολλά είπα· τα υπόλοιπα, για όποιον αντέχει σε χάρντκορ θεάματα, στην αιωνιότητα πια του διαδικτύου. 

3. Η δόξα του καρναβαλιού. Στο διαδίκτυο θάλλουν επίσης και κάτι καρναβαλιστές παπάδες, που κανιβαλίζουν την πανηγυρική «πρώτη ανάσταση» το πρωί του Μ. Σαββάτου, ο ένας πηδοβολώντας φρενιασμένα σ’ όλη την εκκλησία, ο άλλος πετώντας αποπάνω του ένα άμφιο σαν σε στριπτίζ και τρέχοντας έπειτα σ’ όλη την εκκλησία, με τα παπαδάκια να αφιονίζονται κι αυτά, με προτεταμένα τα εξαπτέρυγα και τα λάβαρα, ο άλλος διατρέχοντας όλη την εκκλησία πάνω σε πατίνι, και άλλα τέτοια, πάντα στον χώρο του κατάφωρα γελοίου.

4. Η δόξα της μεταλαμπάδευσης. Γιατί είναι και η καθαρή θεομπαιξία που είπαμε, το λεγόμενο άγιο φως που γίνεται δεκτό με τιμές αρχηγού κράτους, του κράτους των θεομπαιχτών μαζί και των Χρυσαυγιτών, όπως έγινε ιδίως φέτος. Και που ούτε αυτό θα πείραζε, σαν τεκμήριο γελοιότητας από τη μια, κοινωνικής αδράνειας, κακά τα ψέματα, απ’ την άλλη, αν δεν είχαμε και την κρατική τηλεόραση, την ΕΡΤ 1, να αναμεταδίδει σε έκτακτο δελτίο την άφιξη του Αρχηγού ακόμα και στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου, στην Πλάκα:

«Έχει εισέλθει του ναού… έχει εισέλθει του περιβόλου του ναού…. σε λίγο θα ακούσετε τον ήχο της ψαλμωδίας... οι καμπάνες σηματοδοτούν ότι το φως έφτασε… θα ακολουθήσουν τρεις περιφορές, προτού το άγιο φως εισέλθει στον [ξέφυγε το σωστό εδώ!] ναό…, συνοδεία βρακοφόρων και ιερέων περιφέρει το άγιο φως γύρω από τον ναό… οι πιστοί έχουν προσέλθει για να παραλάβουν το άγιο φως και να το μεταλαμπαδεύσουν στις γειτονιές τους και στα σπίτια τους…, ο ιερέας θα πει το “Δεύτε λάβετε φως” και μετά θα μεταλαμπαδεύσει το άγιο φως στα καντήλια του ιερού ναού και μετά θα το μεταλαμπαδεύσει σε όλους τους πιστούς…»

5. Ου δόξα… Και μετά ουκ έστι δόξα, τέρμα ο χαβαλές –μόνο επικίνδυνες ατραποί: Το βράδυ της Ανάστασης ο αρχιεπίσκοπος διακόπτει το δικό του Χριστός ανέστη, για να ακολουθήσει, πρώτη φορά, τα στρατιωτικά αγήματα, που κραυγάζουν με τον πιο απειλητικό τρόπο τον εθνικό ύμνο.

Που σαν να μην είχε άλλα λόγια, σαν να μην άκουγες άλλα λόγια, μόνο «κόψη», «σπαθί», «τρομερή», «κόψη σπαθιού», «τρομερή κόψη», «κόψη σπαθιού τρομερή». Και «κόκαλα».

buzz it!